prescrit

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
prescrit prescrits

prescrit (fr) αρσενικό

  1. (Βέλγιο) σαφής, πρόδηλη σύσταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]