Μετάβαση στο περιεχόμενο

presentir

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
presentir < λατινική praesentire

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pɾe.sen̪ˈtiɾ/

presentir (es)

  • παράδειγμα  Presiento que algo malo va a ocurrir. – Προαισθάνομαι ότι κάτι κακό θα συμβεί.
  • παράδειγμα  Presiento que algo va mal. – Προαισθάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά.
  • παράδειγμα  [Yo] presentía que iba a llover por cómo olía el aire. — Προαισθανόμουν ότι θα έβρεχε από τη μυρωδιά του αέρα.