Μετάβαση στο περιεχόμενο

presenza

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
presenza presenze

presenza (it) θηλυκό