press
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| press | presses |
press (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | press |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | presses |
| αόριστος | pressed, prest |
| παθητική μετοχή | pressed, prest |
| ενεργητική μετοχή | pressing |
press (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) πιέζω μέρος μιας συσκευής κτλ. για να λειτουργήσει
I press a button.
- Πιέζω ένα κουμπί.
I press the keys of a piano/a pedal.
- Πιέζω τα πλήκτρα ενός πιάνου/ένα πεντάλ.
Which button do I press?
- Ποιο κουμπί πατάω;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κολλάω πάνω κάποιου, σπρώχνω κάτι στενά ενάντια σε κάτι ή με σπρώχνει έτσι
He pressed against her on the bus.
- Κόλλησε πάνω της μέσα στο λεωφορείο.
- (μεταβατικό) πιέζω, σφίγγω, ασκώ έντονη πίεση σε κάποιον
- (μεταβατικό) βγάζω το χυμό από φρούτα ή λαχανικά χρησιμοποιώντας δύναμη ή βάρος
I am pressing the juice out of a lemon.
- Βγάζω το χυμό από ένα λεμόνι.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- press (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- press (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 161-162, 460, 703, 857-858, 904-905. ISBN 9780194325684., λήμμα: βγάζω, κολλώ, πιέζω, πίεση, πιεστήριο, σφίγγω, τύπος