press

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
press presses

press (en)

  1. (μη μετρήσιμο) ο τύπος
    the freedom of the press - η ελευθερία του τύπου
    the press campaign against me - η εκστρατεία του τύπου εναντίον μου
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το πιεστήριο
    printing press - τυπογραφικό πιεστήριο
    stop the presses - επί του πιεστηρίου
  3. (μετρήσιμο) η πίεση, η πράξη του πιέζω
    With the simple press of a button, the earth may be destroyed.
    Με την απλή πίεση ενός κουμπιού η γη μπορεί να καταστραφεί.
     συνώνυμα: push
ενεστώτας press
γ΄ ενικό ενεστώτα presses
αόριστος pressed, prest
παθητική μετοχή pressed, prest
ενεργητική μετοχή pressing

press (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) πιέζω μέρος μιας συσκευής κτλ. για να λειτουργήσει
    I press a button.
    Πιέζω ένα κουμπί.
    I press the keys of a piano/a pedal.
    Πιέζω τα πλήκτρα ενός πιάνου/ένα πεντάλ.
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) κολλάω πάνω κάποιου, σπρώχνω κάτι στενά ενάντια σε κάτι ή με σπρώχνει έτσι
    He pressed against her on the bus.
    Κόλλησε πάνω της μέσα στο λεωφορείο.
  3. (μεταβατικό) πιέζω, σφίγγω, ασκώ έντονη πίεση σε κάποιον
    Don’t press them too much.
    Μην τους πιέζεις πολύ.
    They pressed him to resign.
    Τον έσφιξαν να παραιτηθεί.
     συνώνυμα: pressure
  4. (μεταβατικό) βγάζω το χυμό από φρούτα ή λαχανικά χρησιμοποιώντας δύναμη ή βάρος
    I press the juice out of a lemon.
    Βγάζω το χυμό από ένα λεμόνι.

Παράγωγα

[επεξεργασία]