presumed

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

presumed (en)

  1. αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος presume


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

presumed (en)

  1. υποτιθέμενος, θεωρούμενος, αυτός που φαίνεται να είναι ο πιθανότερος, που τεκμαίρεται ότι είναι ο σωστός