Μετάβαση στο περιεχόμενο

preview

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
preview previews

preview (en)

  1. η αβάν πρεμιέρ, προβολή ενός φιλμ πριν την παρουσίασή του στις κινηματογραφικές αίθουσες
    παράδειγμα  The film festival is hosting a preview of the film.
    Το φεστιβάλ κινηματογράφου φιλοξενεί μια αβάν πρεμιέρ της ταινίας.
  2. το τρέιλερ, σύντομη κινηματογραφική ταινία που περιέχει επιλεγμένες σκηνές και προβάλλεται με διαφημιστικό σκοπό
    παράδειγμα  We just saw the preview for the new movie.
    Μόλις είδαμε το τρέιλερ της νέας ταινίας.
     συνώνυμα: trailer
  3. η προεπισκόπηση, το να βλέπει κανείς ποια θα είναι τα αποτελέσματα πριν γίνουν
    παράδειγμα  print preview - προεπισκόπηση εκτύπωσης
ενεστώτας preview
γ΄ ενικό ενεστώτα previews
αόριστος previewed
παθητική μετοχή previewed
ενεργητική μετοχή previewing

preview (en)

  1. δίνω αβάν πρεμιέρ
  2. παρουσιάζω μια προεπισκόπηση, δίνω σε κάποιον μια ιδέα για κάτι
    παράδειγμα  The teacher previewed the course for us.
    Ο καθηγητής μάς παρουσίασε μια προεπισκόπηση του μαθήματος./Ο καθηγητής μάς έδωσε μια ιδέα για το μάθημα.