preview
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| preview | previews |
preview (en)
- η αβάν πρεμιέρ, προβολή ενός φιλμ πριν την παρουσίασή του στις κινηματογραφικές αίθουσες
The film festival is hosting a preview of the film.
- Το φεστιβάλ κινηματογράφου φιλοξενεί μια αβάν πρεμιέρ της ταινίας.
- το τρέιλερ, σύντομη κινηματογραφική ταινία που περιέχει επιλεγμένες σκηνές και προβάλλεται με διαφημιστικό σκοπό
- η προεπισκόπηση, το να βλέπει κανείς ποια θα είναι τα αποτελέσματα πριν γίνουν
print preview - προεπισκόπηση εκτύπωσης
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | preview |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | previews |
| αόριστος | previewed |
| παθητική μετοχή | previewed |
| ενεργητική μετοχή | previewing |
preview (en)
- δίνω αβάν πρεμιέρ
- παρουσιάζω μια προεπισκόπηση, δίνω σε κάποιον μια ιδέα για κάτι
The teacher previewed the course for us.
- Ο καθηγητής μάς παρουσίασε μια προεπισκόπηση του μαθήματος./Ο καθηγητής μάς έδωσε μια ιδέα για το μάθημα.