Μετάβαση στο περιεχόμενο

priesthood

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
priesthood priesthoods

priesthood (en)