prime

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

prime (en)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

prime 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
prime primes

prime (fr) θηλυκό

  1. πριμοδότηση, πρόσθετη αμοιβή
    pour Noël, les employés ont reçu une prime - οι υπάλληλοι πήραν πριμοδότηση για τα Χριστούγεννα