Μετάβαση στο περιεχόμενο

primevère

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
primevère primevères

primevère (fr) θηλυκό