privata

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

privata < privat + -a

Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική privata privataj
αιτιατική privatan privatajn

privata (eo)

privataj datumoj, προσωπικά στοιχεία/δεδομένα