Μετάβαση στο περιεχόμενο

proceed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

proceed (en)

  • (μόνο πληθυντικός)  δείτε τη λέξη proceeds
ενεστώτας proceed
γ΄ ενικό ενεστώτα proceeds
αόριστος proceeded
παθητική μετοχή proceeded
ενεργητική μετοχή proceeding

proceed (en) (αμετάβατο)

  1. προχωράω, προβαίνω σε, συνεχίζω μια διαδικασία ή ενέργεια που έχει ήδη ξεκινήσει
    παράδειγμα  We’re not sure whether we still want to proceed with the sale.
    Δεν είμαστε σίγουροι αν θέλουμε ακόμη να προχωρήσουμε με την πώληση.
    παράδειγμα  Work is proceeding slowly.
    Οι εργασίες προχωρούν αργά.
    παράδειγμα  He left detailed instructions about the best way to proceed.
    Άφησε λεπτομερείς οδηγίες για τον καλύτερο τρόπο να προχωρήσουμε.
    παράδειγμα  The company will proceed with layoffs.
    Η εταιρεία θα προβεί σε απολύσεις.
    παράδειγμα  The negotiations are proceeding.
    Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.
  2. προχωράω στο επόμενο στάδιο ή στην επόμενη ενέργεια, αφού έχω ήδη κάνει κάτι άλλο
    παράδειγμα  He outlined his plans and then proceeded to explain them in more detail.
    Ανέπτυξε τα σχέδιά του και μετά προχώρησε σε πιο λεπτομερή ανάλυση.
    παράδειγμα  Having declared she wasn’t hungry, she (then) proceeded to order a three-course meal.
    Αφού δήλωσε ότι δεν πεινούσε, κατέληξε να παραγγείλει ένα γεύμα τριών πιάτων.
  3. (επίσημο) προχωράω, κατευθύνω προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    παράδειγμα  The marchers proceeded slowly along the street.
    Οι διαδηλωτές προχωρούσαν αργά κατά μήκος του δρόμου.
    παράδειγμα  Passengers for Rome please proceed to Gate 32 for boarding.
    Οι επιβάτες με προορισμό τη Ρώμη παρακαλούνται να κατευθυνθούν προς την Πύλη 32 για επιβίβαση.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη continue

Παράγωγα

[επεξεργασία]