processionnaire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
processionnaire processionnaires

processionnaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) λέγεται για λεπιδόπτερα που μετακινούνται σαν σε λιτανεία, το ένα πίσω από το άλλο, κατά μήκος μιας μεταξωτής κλωστής που αφήνει το πρώτο απ' αυτά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]