procureur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

procureur 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
procureur procureurs

procureur (fr) αρσενικό

  1. ο πληρεξούσιος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. Procureur de la République αρσενικό ή θηλυκό: (νομικός όρος) ο εισαγγελέας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]