Μετάβαση στο περιεχόμενο

productive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός productive
συγκριτικός more productive
υπερθετικός most productive

Επίθετο

[επεξεργασία]

productive (en)

  1. παραγωγικός, γόνιμος, που παράγει αγαθά ή καλλιέργειες, ιδιαίτερα σε μεγάλες ποσότητες
    παράδειγμα  productive land/field - παραγωγικό έδαφος/χωράφι
  2. παραγωγικός, που παράγει πολύ έργο
    παράδειγμα  productive work/employment - παραγωγική εργασία/απασχόληση
    παράδειγμα  He is very productive in his work.
    Είναι πολύ παραγωγικός στη δουλειά του.

Σύνθετα

[επεξεργασία]