Μετάβαση στο περιεχόμενο

produzione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
produzione produzioni

produzione (it) θηλυκό