profissão

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

profissão (pt) < από το λατινικό professĭo, -ōnis

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

profissão (pt) θηλυκό (πληθ. profissões)

  1. επάγγελμα