profitable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

profitable (en)

  1. ωφέλιμος, επικερδής



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
profitable profitables

profitable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ωφέλιμος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη profit