profiter

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

profiter (fr)

  1. (+ à) αποφέρω κέρδος ή ωφέλεια
  2. (+ de) αποκομίζω κάποιο κέρδος ή ωφέλεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη profit