progrès

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

progrès < λατινική progressus, προχώρημα < progredi, προχωρώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

progrès 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

progrès (fr)) αρσενικό

  1. η πρόοδος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • on n'arrête pas le progrès !: (σκωπτικά) λέγεται όταν κάτι, που υποτίθεται ότι θα βελτιώσει μια κατάσταση, στην πραγματικότητα την δυσκολεύει

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]