Μετάβαση στο περιεχόμενο

proksimigata

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

proksimigata (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος proksimigi