pronounce

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

pronounce (en)

  1. προφέρω
  2. αρθρώνω λέξεις
  3. ονομάζω, αποδίδω επίσημα μια ιδιότητα κατά τη διάρκεια τελετής
    I hereby pronounce you man and wife
    • once pronounced as someone or something: συνήθως το λέμε όταν είχε αποδοθεί εσφαλμένη ιδιότητα σε κάποιον ή κάτι ή όταν πια δεν επικρατεί αυτή η άποψη
  4. δηλώνω, αποδίδω επίσημα μια ιδιότητα επειδή έχω την εξουσία ή είμαι ειδικός
    he was pronounced dead
  5. διαβάζω φωναχτά

Attention Sign.svg Προσοχή! (ou/u)[επεξεργασία]

pronunciation