properly
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | properly |
| συγκριτικός | more properly |
| υπερθετικός | most properly |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]properly (en)
- σωστά, κατάλληλα, καλά, με τρόπο που είναι σωστός ή κάτι πρέπει να γίνει
She handled the situation properly.
- Αντιμετώπισε σωστά την κατάσταση.
Parents try to educate their children properly.
- Οι γονείς προσπαθούν να μορφώσουν τα παιδιά τους σωστά.
It’s cold and I’m not properly dressed.
- Κάνει κρύο και εγώ δεν είμαι κατάλληλα ντυμένη.
This window doesn’t close properly.
- Αυτό το παράθυρο δεν κλείνει καλά.
They didn’t properly fix my car and it broke down again.
- Δε μου έφτιαξαν καλά το αυτοκίνητο και ξαναχάλασε.