Μετάβαση στο περιεχόμενο

properly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός properly
συγκριτικός more properly
υπερθετικός most properly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
properly < proper + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

properly (en)

  • σωστά, κατάλληλα, καλά, με τρόπο που είναι σωστός ή κάτι πρέπει να γίνει
    παράδειγμα  She handled the situation properly.
    Αντιμετώπισε σωστά την κατάσταση.
    παράδειγμα  Parents try to educate their children properly.
    Οι γονείς προσπαθούν να μορφώσουν τα παιδιά τους σωστά.
    παράδειγμα  It’s cold and I’m not properly dressed.
    Κάνει κρύο και εγώ δεν είμαι κατάλληλα ντυμένη.
    παράδειγμα  This window doesn’t close properly.
    Αυτό το παράθυρο δεν κλείνει καλά.
    παράδειγμα  They didn’t properly fix my car and it broke down again.
    Δε μου έφτιαξαν καλά το αυτοκίνητο και ξαναχάλασε.