Μετάβαση στο περιεχόμενο

prosaïque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
prosaïque < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
prosaïque prosaïques

prosaïque (fr) αρσενικό ή θηλυκό