prosciutto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

prosciutto < λατινική perexsuctum

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

prosciutto (it)

  1. (γαστρονομία) κρέας χοιρινό παστό