prostration
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| prostration | prostrations |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- prostration < λατινική prostratio < prostratus, μετοχή του prosterno
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]prostration (en)
- η ανατροπή
- το σώριασμα καταγής, το να ρίχνω κάποιον πρηνή στο έδαφος
- (χριστιανισμός, εκκλησιαστικός όρος) το τελετουργικό ξάπλωμα, μπρούμυτα στο πάτωμα κατά την χειροτονία ιερέων
- η κατάρρευση, η εξουθένωση
Πηγές
[επεξεργασία]- prostration - Oxford Learner's Dictionaries
- prostration - Cambridge Dictionary online
- prostration - Douglas Harper, Online Etymology Dictionary (Διαδικτυακό ετυμολογικό λεξικό) etymonline.com (αγγλικά, από το 2001)
