Μετάβαση στο περιεχόμενο

prostration

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
prostration prostrations

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
prostration < λατινική prostratio < prostratus, μετοχή του prosterno

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

prostration (en)

  1. η ανατροπή
  2. το σώριασμα καταγής, το να ρίχνω κάποιον πρηνή στο έδαφος
  3. (χριστιανισμός, εκκλησιαστικός όρος) το τελετουργικό ξάπλωμα, μπρούμυτα στο πάτωμα κατά την χειροτονία ιερέων
  4. η κατάρρευση, η εξουθένωση
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η αγγλική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα: