protestante

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

protestante < θηλυκό του protestant

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
protestante protestantes

protestante (fr) θηλυκό

  1. η προτεστάντισσα