Μετάβαση στο περιεχόμενο

protestor

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
protestor protestors

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

protestor (en)