proue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
proue proues

proue (fr) θηλυκό

  1. η πλώρη

Αντώνυμα[επεξεργασία]