Μετάβαση στο περιεχόμενο

provenance

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
provenance provenances

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

provenance (fr) θηλυκό