provocative
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | provocative |
| συγκριτικός | more provocative |
| υπερθετικός | most provocative |
Επίθετο
[επεξεργασία]provocative (en)
- προκλητικός, προορίζεται να θυμώσει ή να αναστατώσει τους ανθρώπους. που σκοπεύει να κάνει τους ανθρώπους να μαλώνουν για κάτι
a provocative waste of money - προκλητική σπατάλη χρημάτων
Don’t be so provocative.
- Μη γίνεσαι προκλητικός.
He was provocative in his answers.
- Στις απαντήσεις του ήταν προκλητικός.
- προκλητικός, που έχει σκοπό να διεγείρει κάποιον σεξουαλικά
a provocative look/outfit/cleavage - προκλητικό βλέμμα/ντύσιμο/ντεκολτέ
He’s sitting in a provocative position.
- Κάθισε σε μια προκλητική στάση.