prowl

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

prowl (en)

  1. αιλουροβατώ κυνηγετικά, ενεδρεύω κινούμενος
  2. γυροφέρνω