Μετάβαση στο περιεχόμενο

prudence

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

prudence (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
prudence prudences

prudence (fr) θηλυκό