prune

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Prune

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

prune (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

prune (en)

  1. κλαδεύω
  2. (μεταφορικά) περιορίζω



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

prune 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

prune (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
prune prunes

prune (fr) θηλυκό

  1. το δαμάσκηνο
  2. (οικείο) το πρόστιμο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
prune prune

prune (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο

  1. με χρώμα δαμάσκηνου