Μετάβαση στο περιεχόμενο

pruntoprenata

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

pruntoprenata (eo)

  • ενεστώτας της επιθετικής παθητικής μετοχής του ρήματος pruntopreni