przedłużać

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

przedłużać (pl) (τετελεσμένο przedłużyć)

  1. επιμηκύνω
  2. παρατείνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]