przedmiot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

przedmiot 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

przedmiot (pl) αρσενικό

  1. το αντικείμενο, το πράγμα
  2. (εκπαίδευση) (νομικός όρος) το αντικείμενο, το θέμα
  3. το αντικείμενο, αυτό στο οποίο αναφερόμαστε

Συνώνυμα[επεξεργασία]