przygoda

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική przygoda przygody
γενική przygody przygód
δοτική przygodzie przygodom
αιτιατική przygodę przygody
οργανική przygodą przygodami
τοπική przygodzie przygodach
κλητική przygodo przygody

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pʃɨˈɡɔda/
przygoda 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

przygoda (pl) θηλυκό