przypadek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pʃɨ.ˈpa.dɛk/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

przypadek (pl) αρσενικό

  1. η περίπτωση
  2. η τύχη, το τυχαίο γεγονός
  3. (γραμματική) η πτώση
    w języku polskim jest siedem przypadków: mianownik, dopełniacz, celownik, biernik, narzędnik, miejscownik i wołacz
    στην πολωνική γλώσσα υπάρχουν εφτά πτώσεις: ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, οργανική, τοπική και κλητική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]