przywilej

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

przywilej (pl) αρσενικό

  1. το προνόμιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]