psicólogo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

psicólogo (pt) < από το psicologia

ενικός πληθυντικός
psicólogo psicólogos

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

psicólogo (pt) θηλυκό psicóloga