pták

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ptak

Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pták 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pták (cs) αρσενικό

  1. το πτηνό, το πουλί
  2. (οικείο) το πουλί (γεννητικό όργανο)