Μετάβαση στο περιεχόμενο

publicize

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας publicize
γ΄ ενικό ενεστώτα publicizes
αόριστος publicized
παθητική μετοχή publicized
ενεργητική μετοχή publicizing

publicize (en)