pull
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pull | pulls |
pull (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | pull |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | pulls |
| αόριστος | pulled |
| παθητική μετοχή | pulled |
| ενεργητική μετοχή | pulling |
pull (en)
- τραβώ, σύρω προς το μέρος μου
- (μεταβατικό) βγάζω, αφαιρώ κάτι από ένα μέρος τραβώντας
I pull the cork out of a bottle.
- Βγάζω το φελλό από ένα μπουκάλι.
- (μεταβατικό) παθαίνω θλάση, τράβηγμα
Athletes obviously have higher chances of pulling a muscle.
- Οι αθλητές έχουν προφανώς περισσότερες πιθανότητες να πάθουν θλάση.
Also, individuals who have pulled a muscle in the past have a higher chance of pulling a muscle again in the same area.
- Επίσης άτομα τα οποία έχουν υποστεί θλάσεις στο παρελθόν έχουν περισσότερες πιθανότητες να ξαναπάθουν θλάσεις στην ίδια περιοχή.
Have you ever pulled your muscle?
- Έχετε πάθει ποτέ τράβηγμα μυών;
When you feel you pulled your back, book an a appointment for a therapeutic massage.
- Όταν νιώθετε την πλάτη να σας τραβά, κλείστε ραντεβού για ένα θεραπευτικό μασάζ.
- αποσύρω από την κυκλοφορία (ένα προϊόν)
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- pull (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- pull (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 161-162, 326. ISBN 9780194325684., λήμμα: βγάζω, επιρροή
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| pull | pulls |
pull (fr) αρσενικό
- το πουλόβερ