Μετάβαση στο περιεχόμενο

pulmón

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: pulmon

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
pulmón pulmones

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
pulmón < λατινική pulmo < αρχαία ελληνική πλεύμων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pulmón (es) αρσενικό

  1. (ανατομία) πνεύμονας
    παράδειγμα  Murió por un cáncer de pulmón. – Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα.
    παράδειγμα  Uno de sus pulmones colapsó. – Ο ένας από τους πνεύμονές του/της κατέρρευσε.
  2. (Ελ Σαλβαδόρ) μπουκάλι τσίπουρου
  3. (Ελ Σαλβαδόρ) ένα λίτρο τσίπουρου
  4. (Μεξικό) ομοφυλόφιλος άνδρας
     συνώνυμα: gay, homosexual

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]