pulmón
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| pulmón | pulmones |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pulmón < λατινική pulmo < αρχαία ελληνική πλεύμων
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pulmón (es) αρσενικό
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- pulmón - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
- pulmón - Damer (Diccionario de americanismos [Λεξικό αμερικανισμών] στα ισπανικά, για τα ισπανικά της Λατινικής Αμερικής), ASALE (Asociación de Academias de la Lengua Española [Ένωση Ακαδημιών της Ισπανικής Γλώσσας]), 1.ª edición [1η έκδοση], 2010