Μετάβαση στο περιεχόμενο

pulvérisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
pulvérisation pulvérisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

pulvérisation (fr) θηλυκό

  1. η κονιορτοποίηση
  2. το σπρέι