Μετάβαση στο περιεχόμενο

punkti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
punkti < punkt + -i
ρήμα punkti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας punktas punktanta punktata
αόριστος punktis punktinta punktita
μέλλοντας punktos punktonta punktota
υποθετική punktus - -
προστακτική punktu - -

punkti (eo)