puno

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Esperanto.svg Εσπεράντο (eo) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

puno < pun + -o

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική puno punoj
αιτιατική punon punojn

puno (eo)

ili atendas sian mortigan punon - αναμένουν τη θανατική τους ποινή