Μετάβαση στο περιεχόμενο

puree

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
puree purees

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

puree (en)