purin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

purin 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
purin purins

purin (fr) αρσενικό

  1. το υγρό μέρος της κοπριάς