pusca
Εμφάνιση
Ιρλανδικά γαελικά (ga)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pusca < → λείπει η ετυμολογία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pus- < ηχομιμητικής προέλευσης. (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)Πβ. φούσκα, μπουρμπουλήθρα, φύσκη (είδος λουκάνικο), φῦσα (φουσκάλα), λατινική pustula (φουσκάλα), αγγλική bubble (φούσκα), σλοβακική fúkať (φυσάω), σλοβακική bublina (φούσκα) (< παλαιοσλαβική ρίζα *bǫb-) αλλά και πυγή, πύξ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pusca αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- Ο Ντονάιλ (1977) λήμμα: pusca, στο Foclóir Gaeilge–Béarla (Λεξικό γαελικό-αγγλικό), Δουβλίνο, An Gúm
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | pūsca | pūscae |
| γενική | pūscae | pūscārum |
| δοτική | pūscae | pūscīs |
| αιτιατική | pūscam | pūscās |
| κλητική | pūsca | pūscae |
| αφαιρετική | pūscā | pūscīs |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pūsca < pōsca, με ανύψωση πβ. κουνούπιον < κωνώπιον
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ μεσαιωνικά ελληνικά: ποῦσκα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pūsca θηλυκό
- άλλη μορφή του pōsca